ΤΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΑ ΚΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΗΝ

ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΕΙΚΟΣΤΟ ΑΙΩΝΑ

 

 

1. Τα μεταναστευτικά κύματα

Μεταναστευτική ροή των Ελλήνων του Πόντου από την πρώην Σοβιετική Ένωση προς την Ελλάδα παρατηρείται από τις αρχές του αιώνα. Το πρώτο κύμα μαζικής μετανάστευσης παρατηρήθηκε από το 1918 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920, και κυρίως από το 1921 μέχρι το 1923. Το αποτελούσαν πρόσφυγες από τον Μικρασιατικό Πόντο που είχαν καταφύγει στη Σοβιετική Ένωση λόγω των διωγμών των Νεοτούρκων εναντίον τους στην περίοδο 1914-1924 και Πόντιοι μονίμως εγκατεστημένοι στις περιοχές της Ουκρανίας, της Ρωσίας και της Υπερκαυκασίας (σημερινές δημοκρατίες της Γεωργίας, Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν). Στον ελλαδικό χώρο κατέφυγαν κάτω από την πίεση ιστορικών γεγονότων, όπως η Οκτωβριανή επανάσταση του 1917, η εθνικιστική πολιτική που ασκήθηκε από τους μενσεβίκους στη Γεωργία, η προέλαση του τουρκικού στρατού στον Καύκασο το 1918 η βία την οποία η αρμενική κυβέρνηση ασκούσε στην στρατολόγησή τους και η αποτυχημένη εκστρατεία της Αντάντ στην Ουκρανία εναντίον των μπολσεβικικών στρατευμάτων το 1919. Οι Έλληνες της Γεωργίας πήγαν στο Βατούμ και από εκεί με πλοία έφτασαν στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, όπου εγκαταστάθηκαν κυρίως στους ποντιακούς οικισμούς της Καλαμαριάς και του Χαρμάν-Κιοϊ. Επειδή δεν βρήκαν αμέσως ατμόπλοια παρέμειναν στο Βατούμ κάτω από άθλιες συνθήκες έναν ολόκληρο χρόνο, με αποτέλεσμα τον θάνατο του 1/3 του πληθυσμού ήδη στο Βατούμ.

Άθλιες ήταν και οι συνθήκες μεταφοράς και οι συνθήκες απολύμανσης στις καραντίνες Καράμπουρνου της Θεσσαλονίκης, με αποτέλεσμα νέους θανάτους. Αλλά και η διαβίωση στους συνοικισμούς Καλαμαριάς και Χαρμάν-Κιοϊ της Θεσσαλονίκης ήταν πολύ δύσκολη. Η θνησιμότητα έφτασε το 13%, δηλαδή το 46% των Ελλήνων του Πόντου που ήρθε από το Βατούμ πέθανε ή στο Βατούμ ή στη Θεσσαλονίκη.

Ο συνολικός αριθμός των Ποντίων προσφύγων από τον Μικρασιατικό Πόντο και από την πρώην Σοβιετική Ένωση, οι οποίοι κατέφυγαν στο ελληνικό κράτος την περίοδο 1918-1930 είναι τουλάχιστον 230.000. Σύμφωνα με την πληθυσμιακή απογραφή του 1928, η οποία παρουσιάζεται στη στατιστική επετηρίδα της Ελλάδας του 1930, ο αριθμός των Ποντίων προσφύγων ανερχόταν σε 229.260 άτομα, από τα οποία τα 182.169 δήλωσαν τόπο καταγωγής τον Πόντο και τα 47.091 δήλωσαν τόπο καταγωγής τον Καύκασο. Ο αριθμός αυτός είναι μικρότερος του πραγματικού, κυρίως γιατί παρατηρήθηκε ιδιαίτερα υψηλή θνησιμότητα στη διάρκεια των πρώτων μετά τον εκπατρισμό χρόνων. Στην περίοδο 1923 με 1925 αντιστοιχούσαν τρεις θάνατοι προς μία γέννηση. Σύμφωνα με την Κοινωνία των Εθνών σε ορισμένες περιοχές της χώρας το 20% των προσφύγων πέθανε τον πρώτο χρόνο. Επιπλέον στην απογραφή του 1928 αριθμός προσφύγων από τον Πόντο έχουν καταγραφεί ως πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία ή τη Θράκη. Επίσης, αρκετές οικογένειες μετανάστευσαν στην περίοδο 1922-1928 από την Ελλάδα προς άλλες χώρες, όπως προς την Αίγυπτο, τη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Αρκετές επίσης οικογένειες, οι οποίες είχαν καταφέρει να μεταφέρουν τμήμα της περιουσίας τους και δεν κατοικούσαν σε συνοικισμούς προσφύγων, δεν απογράφησαν ως πρόσφυγες.

Η μεταναστευτική ροή από την πρώην Σοβιετική Ένωση προς την Ελλάδα συνεχίστηκε και μετά τη δεκαετία του 1920 με σημαντικές σε χρονική διάρκεια διακοπές, αλλά και με μεγάλα μεταναστευτικά κύματα, από τα οποία τα σημαντικότερα παρατηρήθηκαν το 1939, το 1965 και από το 1988 μέχρι σήμερα.

Το δεύτερο μεγάλο κύμα μετανάστευσης Ποντίων από τη Σοβιετική Ένωση προκλήθηκε από τις διώξεις σημαντικού τμήματος του πληθυσμού στην περίοδο 1937-1939. Περίπου 20.000 Ελληνίδες και παιδιά μετανάστευσαν από τη Σοβιετική Ένωση στην Ελλάδα το 1938.Εγκαταστάθηκαν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, όπως στη Μακεδονία, Αττική, Πελοπόννησο. Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής (1941-1944) η χώρα μοιράστηκε στους Γερμανούς, στους Ιταλούς και στους Βούλγαρους. Οι πόροι του κράτους ήταν στη διάθεση των κατακτητών. Ο λιμός που ακολούθησε οδήγησε στην εσωτερική μετανάστευση και οριστική εγκατάσταση στη Μακεδονία πολλών ποντιακών οικογενειών από τη Σοβιετική Ένωση που είχαν εγκατασταθεί στην νότια Ελλάδα.

Τα χρόνια που ακολούθησαν περιορισμένος αριθμός οικογενειών κατόρθωσε να πάρει άδεια μετανάστευσης προς την Ελλάδα, γιατί η έξοδος από τη Σοβιετική Ένωση ήταν ουσιαστικά απαγορευμένη. Από το 1946 μέχρι το 1948 ήρθαν λίγες οικογένειες. Οι οικογένειες που απέκτησαν άδεια μετανάστευσης το 1946 ήταν κάτοικοι της δημοκρατίας του Καζαχστάν, και όσες πήραν άδεια το 1948 ήταν κάτοικοι της πόλης Κοκάν του Ουζμπεκιστάν. Το 1957 εκατό οικογένειες από την κεντρική Ασία εγκαταστάθηκαν στην Νέα Βίγλα της Άρτας.

Από το 1965 μέχρι το 1967 παρουσιάστηκε νέο μεταναστευτικό κύμα, κυρίως από την  κεντρική Ασία, το οποίο λόγω της επιβολής δικτατορικού καθεστώτος την περίοδο 1967-1974 διακόπηκε και συνεχίστηκε μετά τη μεταπολίτευση. Το 1971 ήρθε περιορισμένος αριθμός οικογενειών από την πόλη Κεντάου του Καζαχστάν.

Το 1985 η άνοδος του Μ. Γκορμπατσώφ στη θέση του Γενικού Γραμματέα του Κ.Κ.Σ.Ε. καθόρισε την αρχή της πολιτικής, που δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την εμφάνιση του μεταναστευτικού κύματος του 1987, το οποίο από το 1988 παρουσιάστηκε ιδιαιτέρως αυξημένο.

Οι τραγικές εξελίξεις που ακολούθησαν την περίοδο της «ανασυγκρότησης» της Σοβιετικής Ένωσης (1985-1991) και την κατάρρευση του καθεστώτος του υπαρκτού σοσιαλισμού το 1991 είχαν άμεσες επιπτώσεις στις ελληνικές κοινότητες της περιοχής. Οι περισσότεροι από 500.000 Έλληνες που διαμένουν στις δημοκρατίες της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών αντιμετωπίζουν από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 μεγάλη οικονομική κρίση και εθνικιστικές ταραχές. Ειδικότερα, ενώ το 1987 μετανάστευσαν από το σοβιετικό στο ελληνικό κράτος μόνο 527 άτομα, το 1988 ο αριθμός αυτός ανήλθε σε 1.365, το 1989 σε 6.791, το 1990 σε 13.836, το 1991 σε 11.420, το 1992 σε 8.563, το 1993 σε 10.926, το 1994 σε 5.793, το 1995 σε 6.551 και το 1996 σε 5.579 άτομα.

Συνοψίζοντας, τις τελευταίες δεκαετίες, και ειδικότερα από το 1965 μέχρι το 1997 εγκαταστάθηκαν στο ελληνικό κράτος περίπου 100.000 Πόντιοι, από τους οποίους οι 30.000 από το 1965 μέχρι το 1988 και οι 71.351 από το 1987 μέχρι το 1997. Ο αριθμός  των 70.000 είναι μικρότερος του πραγματικού, αφενός λόγω της ελλιπούς καταγραφής η οποία πραγματοποιείται στα ελληνικά σύνορα, αφετέρου επειδή η καταγραφή αφορά μόνο όσους έρχονται για μόνιμη εγκατάσταση ακολουθώντας όλες τις νόμιμες διαδικασίες. Δεν συμπεριλαμβάνει τα άτομα που έρχονται για προσωρινή διαμονή στο ελληνικό κράτος και τελικά εγκαθίστανται μόνιμα.

Καθώς οι εθνικιστικές ταραχές συνεχίζονται στην πρώην πλέον Σοβιετική Ένωση και παράλληλα τα σύνορα παραμένουν ανοικτά, τα μέλη εθνών που έχουν εθνικό κράτος αναφοράς, όπως παραδείγματος χάρη οι Γερμανοί, οι Εβραίοι, οι Έλληνες, εξακολουθούν να έχουν την δυνατότητα μετανάστευσης στα ομοεθνή τους κράτη. Το ελληνικό κράτος για πρώτη φορά μετά το 1922 αντιμετωπίζει από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 πρόβλημα υποδοχής μεγάλης πληθυσμιακά ομοεθνούς ομάδας.