ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

(μετάφραση Ζησίμου Σιδέρη)

Σαν ήρθε η ροδοδάχτυλη νυχτοθρεμμένη Αυγούλα,

σηκώθηκε ο βροντόφωνος Μενέλαος απ' το στρώμα

και φόρεσε το ρούχο και κρέμασε στους ώμους

γύρω το κοφτερό σπαθί και στα παχιά του πόδια

έδεσε τα πεντάμορφα σαντάλια του και βγήκε

απ' το γιατάκι σαν θεός λες κι ήτανε παρόμοιος,

και στον Τηλέμαχο κοντά πάει, στέκει και του κάνει.

"Εδώ ποια ανάγκη σ' έφερε, Τηλέμαχε λεβέντη,

στην πλούσια Λακεδαίμονα μες στου γιαλού τα πλάτια;

Δουλειά δική σου ή του κοινού; Την πάσα αλήθεια πες μου".

Κι ο συνετός Τηλέμαχος τ' απάντησε έτσι κι είπε.

"Θεόθρεφτέ μου οπλαρχηγέ, Μενέλαε, γιε τ' Ατρέα,

ήρθα για τον πατέρα μου να μάθω κάποια φήμη.

Ρημάζεται όλο μου το βιoς και τα καλά μου σβήνουν

κι είναι απ' οχτρούς το σπίτι μου γεμάτο, που όλη μέρα

μου σφάζουν κοπαδίσια αρνιά, στριφτόποδα δαμάλια,

οι βάρβαροι κι αστόχαστοι της μάνας μου οι μνηστήρες.

Τώρα γι' αυτό στα πόδια σου προσπέφτω, αν το θελήσεις,

το θάνατό του να μου πεις, τα μάτια σου αν τον είδαν,

ή κι αν απ' άλλον άκουσες πώς κάπου παραδέρνει,

γιατί στον κόσμο ο πιο πικρός γεννήθηκε απ' τους άλλους.

Κι από σπλαχνιά και σεβασμό τίποτε μη μου κρύψεις,

μον' πες μου τα όλα καθαρά, τα μάτια σου όπως τα είδαν.

Σ' ορκίζω, αν ο πατέρας μου, ο ξακουστός Δυσσέας,

καμιά φορά αν σου τέλεψε το λόγο σου ή δουλειά σου,

στην Τροία, οπού σαν πλάκωναν τους Αχαιούς τα πάθια,

θυμήσου τα καν τώρα αυτά και την αλήθεια πες μου".

Τότε βαθιά αναστέναξε κι έτσι ο Μενέλαος είπε.

"Μωρέ, σε ποιου λιοντόκαρδου παλικαριού το στρώμα

θελήσανε να κοιμηθούν τέτοια κορμιά χαμένα!

Πως, σαν κοιμίσει σε φωλιά του λιονταριού η λαφίνα

τα δυο της βυζανιάρικα νιογέννητα λαφάκια,

πάει να βοσκήσει σε πλαγιές και λογγωμένους τόπους,

κι άξαφνα τρέχει στο θεριό και μπαίνει στη φωλιά του

κι άσπλαχνα τα λαφόπουλα ξεσκίζει με τα νύχια.

έτσι ο Δυσσέας και σ' αυτούς χάρο σκληρό θα φέρει.

Ε, τέτοιος να 'ταν, Δία μου , και συ Αθηνά κι Απόλλο,

όπως στη Λέσβο μια φορά την ομορφοχτενισμένη

πάλεψε από φιλότιμο με το Φιλομηλείδη

και καταγής τον έστρωσε κι οι Αχαιοί χαρήκαν,

τέτοιος σαν τότε ν' άπλωνε το χέρι στους μνηστήρες,

λιγόζωοι όλοι θα γινούν και πικροπαντρεμένοι.

Κι όσο γι' αυτά που με ρωτάς και μου ζητάς να μάθεις,

άλλο απ' αλήθεια δεν θα πω, μήτε θα σε γελάσω,

κι απ' όσα μου ‘πε ο άψευτος ο πελαγίσιος γέρος

δε θα σκεπάσω τίποτε, μια λέξη δεν θα κρύψω.

Ενώ για την πατρίδα εδώ κινούσα με λαχτάρα,

στην Αίγυπτο οι αθάνατοι μ' εμπόδισαν ακόμα,

γιατί δεν έκαμα σ' αυτούς λυτρωτικές θυσίες

και πάντα θέλανε οι θεοί να μην ξεχνώ το τάμα.

Στη θάλασσα είναι ένα νησί την πολυκυματούσα,

μπροστά, μπροστά στην Αίγυπτο και Φάρο τ' ονομάζουν,

αλάργα τόσο όσο μπορεί να φτάσει σε μια μέρα

κοίλο καράβι αν πίσω του φυσάει τ' αγέρι πρύμο.

Κι έχει λιμάνι σφαλιστό, όθε τα μαύρα πλοία

τα ρίχνουν μες στο πέλαγο, νερό γλυκό όταν πάρουν.

Είκοσι μέρες οι θεοί μ' είχανε εκεί κλεισμένον,

μήτε έπαιρνε από τη θάλασσα αγέρας να φυσήξει,

που τα καράβια στου γιαλού ξεπροβοδάει τα πλάτια.

Θα μας σωνόντανε οι θροφές και των αντρών το θάρρος,

αν μια θεά δεν μ' έσωνε, πονώντας, η Ειδοθέα,

του γέρου του θαλασσινού η κόρη του Πρωτέα,

που την καρδιά της τάραξα στα τρυφερά της στήθια.

Με βρήκε που παράδερνα αλάργα απ' τους συντρόφους,

που πάντα γύρω στο νησί ψαρεύανε μ 'αγκίστρια,

γιατί μια πείνα μελανή τους θέριζε τα σπλάχνα.

Σιμά μου στάθηκε η θεά και μου 'πε δύο της λόγια.

"Τόσο πολύ είσαι αστόχαστος κι άμυαλος ξένε, τόσο,

ή θέλοντας αναμελάς και χαίρεσαι στα πάθια,

έτσι όπως χάνεσαι καιρό μες στο νησί κλεισμένος

κι ούτε άκρη δεν μπορείς να βρεις κι οι ναύτες σου δειλιάζουν;"

Είπε και της απάντησα κι εγώ με δυο μου λόγια.

"Θα σου τα πω μετά χαράς, όποια θεά κι αν είσαι,

πως δεν το θέλει η γνώμη μου να χάνω τον καιρό μου,

μα στους Θεούς αμάρτησα που κατοικούν στα ουράνια.

Μον' έλα τώρα να μου πεις - όλα οι θεοί τα ξέρουν -

ποιος έτσι μ' έδεσε θεός και μου 'κλεισε το δρόμο,

και πως θα φύγω στο γιαλό τον ψαροθρόφο απάνω";

Είπα, κι η λατρευτή θεά μ' απάντησε έτσι πάλε.

"Μετά χαράς  σου, ξένε, αυτά θα σου τα πω όπως είναι.

Εδώ συχνάζει ένας θεός και του πελάγου γέρος,

άψευτος από την Αίγυπτο, προφήτης ο Πρωτέας,

που ξέρει όλης της θάλασσας τα βάθη κι είναι δούλος

του Ποσειδώνα. Λένε αυτός πατέρας μου πως είναι.

Αν συ, καρτέρι σταίνοντας, μπορέσεις να τον πιάσεις,

αυτός το δρόμο θα σου πει, του ταξιδιού το μάκρος

και στην πατρίδα πως θα πας μες στ' αφρισμένο κύμα.

Και θα σου πει, θεόθρεφτε, αν ίσως το θελήσεις,

ό,τι καλό στο σπίτι σου κι ό,τι κακό έχει γίνει,

αφότου αλάργα στα πικρά στα μαύρα ξένα λείπεις".

Είπε, και της απάντησα κι εγώ με δυο μου λόγια.

"Μονάχη τώρα σκέψου εσύ του γέρου το καρτέρι,

να μην ξεφύγει, όταν με ιδεί ή και το προνοήσει.

Γιατί είναι δύσκολο ο θνητός θεό να καταβάλει".

Είπα, κι η λατρευτή θεά μ' απάντησε έτσι αμέσως.

"Μετά χαράς σου, ξένε, αυτά θα σου τα πω όπως είναι.

Όταν ο ήλιος ανεβεί στα μεσουράνια απάνω,

βγαίνει απ' το κύμα, ο άψευτος της θάλασσας ο γέρος,

απ' του Ζεφύρου την πνοή θολούρα σκεπασμένος,

και πάει σε κουφωτές σπηλιές τον ύπνο του να πάρει.

Γύρω του φώκιες σωρευτές, βγαλμένες απ' το κύμα,

κοιμούνται, φάρες της καλής Θαλασσογεννημένης,

μια βρώμα αφήνοντας βαριά του τρίσβαθου πελάγου.

Εκεί κι εγώ οδηγώντας σε, την ώρα που χαράζει,

θα σε ξαπλώσω στη σειρά. Διάλεξε εσύ τρεις ναύτες,

τους πιο καλούς που βρίσκονται στ’ ανάφρυδα καράβια,

κι όλα του τα φερσίματα θα σου τα πω του γέρου.

Πρώτα τις φώκιες στη σειρά θα πάει να τις μετρήσει.

Κι όταν στα πέντε δάχτυλα όλες μια, μια μετρήσει,

σαν το βοσκό στα πρόβατα θα πέσει ανάμεσό τους.

Σα δείτε πως κοιμήθηκε, τη δύναμή σας όλη

να βάλτε τότε και γερά να τον κρατάτε πάντα,

κι ας πολεμά να λυτρωθεί κι ας θέλει να γλυτώσει.

Σ' όλα θα μεταμορφωθεί, για να ξεφύγει, απ' όσα

στον κόσμο βρίσκονται θεριά, και σε νερό θ' αλλάξει

και σε θεόκαυτη φωτιά. Μα εσείς γερά βαστάτε

και πιο πολύ να σφίγγετε. Κι όταν πια σε ρωτήσει,

κι έτσι είναι όπως τον είδατε σαν πήγε να πλαγιάσει,

αφήστε τότε το στανιό, το γέρο λευτερώστε,

και ρώτησέ τον ποιος θεός βαστάει μαζί σου πάθος

και πως θα βρεις το γυρισμό στο ψαροθρόφο κύμα".

Έτσι είπε και στη θάλασσα βουτάει την κυματούσα,

και στο καράβι πήγα εγώ που στέκονταν στην άμμο,

με συλλογές πολλές στο νου στο δρόμο που τραβούσα.

Σαν ήρθα κάτου στο γιαλό και στο γοργό καράβι

λίγο στο πόδι φάγαμε κι ήρθε έπειτα κι η νύχτα.

Και τότε κοιμηθήκαμε στης θάλασσας την άκρη.

Σαν ήρθε η ροδοδάχτυλη νυχτοθρεμμένη Αυγούλα,

πήρα τ' απλόχωρου γιαλού την αμμουδιά άκρη, άκρη,

τάζοντας στους θεούς πολλά, με τρεις μαζί συντρόφους,

που 'χα, σε κάθε ανάγκη μου, το θάρρος μου σ' εκείνους.

Βγήκε όξω τότε απ' του γιαλού τους κόρφους κι η Ειδοθέα,

φέρνοντας τέσσερα φωκών τομάρια νιογδαρμένα,

το τέχνασμα του γέρου της πατέρα μελετώντας.

Τέσσερες λάκκους άνοιξε στης θάλασσας την άμμο

κι έκατσε και περίμενε. Πάμε κοντά της τότε

και στη σειρά μας ξάπλωσε, σκεπάζοντας καθένα

μ' ένα τομάρι. Εκεί φριχτό μας βγήκε το καρτέρι,

γιατί μας έπνιγε βαριά καταραμένη βρώμα

των θαλασσόθρεφτων φωκών. Γιατί ποιος θα βαστούσε

κοντά σ' ένα θεριόψαρο να πέσει του πελάγου;

Μα πάλε αυτή μας έσωσε, μεγάλη ανάσα βρήκε.

Μια μυρουδιά μας έβαλε στη μύτη μας ουράνια

που μοσκομύριζε όμορφα, την ψαροβρώμα σβούσε.

Προσμέναμε όλο το πρωί με την ψυχή στο στόμα.

Κι ήρθαν οι φώκιες σωρευτές απ' το γιαλό και αράδα

ξαπλώθηκαν στης θάλασσας τ' αμμουδερό ακρογιάλι.

Και στο καταμεσήμερο βγήκε κι ο γέρος όξω

απ' το γιαλό κι απάντησε τις φώκιες τις θρεμμένες,

κι όλες σαν τις γυρόφερε μετρούσε πόσες ήταν.

Πρώτους με τα θεριόψαρα μαζί κι εμάς μετρούσε,

χωρίς να βάλει μέσα του πως του 'χαμε παγίδα,

κι έπειτα πλάγιασε κι αυτός. Χιμούμε απάνου τότε

σκούζοντας και τον πιάσαμε με τα γερά μας χέρια.

Μα ο γέρος δεν τις ξέχασε τις δολερές του τέχνες.

και πρώτα, πρώτα γίνεται πυκνόμαλλο λιοντάρι,

κι έπειτα δράκος, πάρδαλη, τανός μεγάλος κάπρος,

γίνεται γάργαρο νερό και φυλλωμένο δέντρο,

κι εμείς γερά τον σφίγγαμε με θάρρος στην καρδιά μας.

Στο τέλος, σαν απόκαμε ο πονηρός ο γέρος,

τότε έτσι με δυο λόγια του με ρώτησε και μου 'πε.

"Με ποιο θεό μου σκάρωσες το δόλο, γιε τ' Ατρέα,

και στην παγίδα μ' έπιασες με το στανιό; Τι θέλεις;"

Έτσι είπε, και τ' απάντησα κι εγώ με δυο μου λόγια.

"Τα ξέρεις, γέρο. Τι ρωτάς και θες να με γελάσεις;

Μες στο νησί αποκλείστηκα καιρό κι ούτε άκρη βρίσκω,

κι έσβησες μες στα στήθια μου το θάρρος της καρδιάς μου.

Μον' έλα πες μου τώρα εσύ - όλα οι θεοί τα ξέρουν -

ποιος έτσι μ' έδεσε θεός και μου 'κλεισε το δρόμο,

και πως θα βρω το γυρισμό στο ψαροθρόφο κύμα;"

Είπα, κι αυτός μ' απάντησε με δυο του λόγια αμέσως.

"Είχες στο Δία χρέος σου και στους θεούς τους άλλους,

σαν ξεκινούσες όμορφα σφαχτά να θυσιάσεις,

να πας μια ώρα αρχύτερα στον τόπο σου, περνώντας

την αφρισμένη θάλασσα. Γιατί γραφτό δεν είναι,

να ιδείς πατρίδα και δικούς και το ψηλό σου σπίτι,

προτού γυρίσεις στα νερά του Διοθρεμμένου Νείλου

κι εκεί να κάμεις στους θεούς λυτρωτικές θυσίες.

Τότε θα δώσει η χάρη τους να πας εκεί που θέλεις".

Έτσι είπε κι όλο πάγωσε το αίμα μου στις φλέβες,

που το γεράνιο πέλαγο πάλε έλεγε να πάρω,

να πάω στην Αίγυπτο, κακό και δύσκολο ταξίδι.

Μα κι έτσι, με δυο λόγια μου γυρίζω και του κάνω.

"Έτσι όλα θα τα κάμω αυτά καθώς ορίζεις, γέρο.

Μον' έλα ξήγα μου κι αυτό και την αλήθεια πες μου,

αν άβλαβοι όλοι οι Αχαιοί με τα καράβια πήγαν,

όσους εγώ κι ο Νέστορας αφήσαμε στην Τροία,

ή στα καράβια αν θάνατο πικρό κανένας βρήκε,

ή πέθανε στο σπίτι του, σαν τέλεψαν οι μάχες".

Είπα, κι αυτός μ' απάντησε με δυο του λόγια αμέσως.

"Τι με ρωτάς, τ' Ατρέα γιέ; Τι θέλεις να τα μάθεις

αυτά που κρύβω μες στο νου, που σαν τ' ακούσεις όλα,

σου το προλέγω, αδάκρυτος ώρα πολλή δεν θα 'σαι.

Γιατί πολλοί χαθήκανε, πολλοί σωθήκανε άλλοι.

Απ' όλους τους οπλαρχηγούς των Αχαιών δυο μόνοι

στο γυρισμό χαθήκανε. Στον πόλεμο, τα ξέρεις.

Κι ένας ακόμα ζωντανός στο πέλαο παραδέρνει.

Ο Αίας στα μικρόκουπα σκοτώθηκε καράβια.

Στις μεγαλόπετρες Γυρές τον πήγε ο Ποσειδώνας

κι απ' τη φουρτούνα γλίτωσε. Θα ξέφευγε τη μοίρα,

κι ας τον μισούσε η Αθηνά Παλλάδα, αν ένα λόγο

αγέρωχο δεν έλεγε, τρελό το νου αν δεν είχε,

πως θα σωθεί απ' τη θάλασσα και στων θεών το πείσμα.

Μα ο Ποσειδώνας άκουσε την καύχησή του εκείνη

κι αδράχνοντας την τρίαινα στα στιβαρά του χέρια

χτύπησε τη Γυρόπετρα, κομμάτια δυο την κάνει.

Έμεινε το 'να ασάλευτο, και το κομμάτι τ' άλλο,

που απάνου ο Αίας κάθουνταν και το βαρύ είπε λόγο,

έπεσε μες στη θάλασσα και πέταξε τον Αία

στο πέλαγος τ' απέραντο το κυματοδαρμένο.

Έτσι εκεί τότε χάθηκε πικρή ρουφώντας άρμη.

Ο αδερφός σου ξέφυγε με τα βαθιά καράβια

το θάνατο. Τον έσωσε η πολυσέβαστη Ήρα.

Μα στου Μαλιά σαν ζύγωνε κοντά στο ψηλοβούνι,

φουρτούνα εκεί τον πέταξε στο ψαροθρόφο κύμα,

ενώ βαριά αναστέναζε και στης στεριάς μιαν άκρη

τον πήγε, όπου πρωτύτερα ο Θυέστης κατοικούσε,

και τότε εκεί καθόντανε ο Αίγισθος ο γιός του.

Κι όταν φαινόντανε άπαθος ο γυρισμός του εκείθε

και πρύμος γύρισε ο καιρός και πήγαν στην πατρίδα,

χαρά γεμάτος έφτασε στην ποθητή του χώρα

κι έσκυβε και το χώμα της φιλούσε με λαχτάρα,

κι έχυνε δάκρυα φλογερά στη γη απ' τη χαρά του.

Τότε απ' τη βίγλα ένας σκοπός τον είδε, που 'χε βάλει

ο δολοπλόκος Αίγισθος και ρόγα του 'χε τάξει

πως θα του δώσει δυο φλουριά, κι ολοχρονίς φυλούσε,

μην έρθει πίσω απάντεχος κι αδράξει τ' άρματά του,

κι έτρεξε στο παλάτι ευτύς την είδηση να φέρει,

κι αμέσως βρήκε ο Αίγισθος τη δολερή του τέχνη.

Είκοσι διάλεξε παιδιά τα πιο γερά στη χώρα

κι ένα καρτέρι του 'στησε. Κι απ' τ' άλλος μέρος πάλε

τραπέζι είπε κι ετοίμασαν, και πήγε να καλέσει

μ' αμάξια και μ' αλόγατα το βασιλιά Αγαμέμνο,

ο ίδιος με κακό σκοπό. Και στο τραπέζι απάνω

ανύποπτο τον σκότωσε, όπως κανείς το βόδι

σκοτώνει μέσα στο παχνί. Κι απ' τους συντρόφους που 'χαν

τ' Ατρέα ο γιος κι ο Αίγισθος δεν γλίτωσε κανένας,

μον' όλοι σκοτωθήκαμε μες στο ψηλό παλάτι".

Έτσι είπε και στα στήθια μου ραγίστηκε η καρδιά μου

κι έκλαιγα απάνω στου γιαλού την άμμο καθισμένος,

μήτε ήθελα πια τη ζωή κι ήλιου να βλέπω αχτίδα.

Κι έπειτα πια αφού χόρτασα να κλαίω και να κυλιέμαι,

τότε έτσι μου 'πε ο άψευτος ο γέρος του πελάγου.

"Έτσι μην κλαις αδιάκοπα κι αιώνια, γιε τ' Ατρέα,

γιατί δεν βγάζουμε όφελος. Κι έλα - καιρό μη χάνεις -

κοίταξε στην πατρίδα σου πώς γλήγορα θα φτάσεις.

Γιατί δεν ξέρω αν ζωντανό τον Αίγισθο εκεί θα 'βρεις

ή να τον κόψει αν πρόφτασε ο θεϊκός Ορέστης,

και τότε στο νεκρώσιμο τραπέζι θα καθίσεις".

Έτσι είπε και στα στήθια μου, μ' όσο κι αν είχα πόνο,

πάλε μου γλύκανε η καρδιά κι η άφοβη ψυχή μου,

κι έτσι στο γέρο μίλησα με πεταχτά μου λόγια.

"Αυτούς τους έμαθα τους δυο. Τον τρίτο τώρα πες μου,

πού παραδέρνει ζωντανός στης θάλασσας τα πλάτια,

ή πέθανε. Θέλω κι αυτό, κι ας κλάψω, να τ' ακούσω".

Είπα κι ευτύς μ' απάντησε με δυο του λόγια ο γέρος.

"Ο τρίτος του Λαέρτη ο γιος που κατοικεί στο Θιάκι.

Τον είδα απάνου σε νησί δάκρυα πικρά να χύνει

μες στην νεράιδας Καλυψώς το σπίτι που άθελά του

τον εμποδίζει, ούτε μπορεί να φτάσει στην πατρίδα,

γιατί δεν έχει με κουπιά καράβι μήτε ναύτες

στα στήθια απάνω τα πλατιά να φύγει του πελάγου.

Μα το δικό σου ριζικό, δεν είναι, γιε τ' Ατρέα,

να βρεις εδώ το θάνατο, στ' αλογοβόσκητο Άργος,

μον' θα σε στείλουν οι θεοί μες στον Ηλύσιο κάμπο,

όπου ο ξανθός Ραδάμανθος, στα πέρατα του κόσμου,

κι όπου χαρούμενη η ζωή διαβαίνει των ανθρώπων.

Δεν πέφτει χιόνι ούτε βροχή κι ούτε βαρύς χειμώνας,

μον’ πάντα χύνει ο Ωκεανός γλυκόπνευστου Ζεφύρου

ήσυχο αγέρι φέρνοντας ανάσα στους ανθρώπους,

γιατί του Δία είσαι γαμπρός μια πόχεις την Ελένη".

Έτσι είπε και στη θάλασσα βουτάει την κυματούσα.

Τότε κι εγώ στους ναύτες μου και στα καράβια πήγα

μ' άπειρες συλλογές στο νου στο δρόμο που τραβούσα.

Σαν ήρθαμε στη θάλασσα και στα καράβια κάτου,

λίγο στο πόδι φάγαμε κι η άφθαρτη ήρθε η νύχτα,

και τότε κοιμηθήκαμε στης θάλασσας την άκρη.