Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 04 Ιουνίου 2020
Πολιτισμός Αρχαιολογία Αρχαιολογικοί χώροι Οικισμοί Ανατολική Μακεδονία και Θράκη Νομός Έβρου Δήμος Διδυμοτείχου

Πλωτινούπολη
Πλωτινούπολη
Πλωτινούπολη
Πλωτινούπολη

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Αγορές
Θέατρα
Ιερά
Οικίες
Οικισμοί
Χώροι Άθλησης
Εργαστήρια
Νεκροταφεία
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ανατολική Μακεδονία και Θράκη
Δήμος Αβδήρων
Δήμος Αιγείρου
Δήμος Αλεξανδρούπολης
Δήμος Αρριανών
Δήμος Βύσσας
Δήμος Διδυμοτείχου
Δήμος Δράμας
Δήμος Ελευθερών
Δήμος Θάσου
Δήμος Ιάσμου
Δήμος Κομοτηνής
Δήμος Μαρωνείας
Δήμος Ξάνθης
Δήμος Σαμοθράκης
Δήμος Σαπών
Δήμος Σιταγρών
Δήμος Σώστου
Δήμος Τοπείρου
Δήμος Τραϊανούπολης
Δήμος Φερών
Δήμος Φιλίππων
Κοινότητα Οργάνης
Οικισμοί: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

12/11/2009
Πλωτινούπολη

Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροδόπης Έβρου

προεπισκόπηση εκτύπωσης

Στα NA του Διδυμοτείχου, στον λόφο της Aγίας Πέτρας που δεσπόζει στη συμβολή του Eβρου με τον Eρυθροπόταμο, ιδρύθηκε από τον Pωμαίο αυτοκράτορα Tραϊανό (98-117 μ.X.) η Πλωτινούπολη, στην οποία δόθηκε τό όνομα της συζύγου του Πλωτίνης. H πόλη κατείχε επίκαιρη θέση, επάνω σε σημαντικό άξονα χερσαίων και ποτάμιων επικοινωνιών, ο οποίος συνέδεε, μέσω της κοιλάδας του Eβρου, την Tραϊανούπολη και την ακτή του Bόρειου Aιγαίου με την κεντρική θρακική πεδιάδα.
Σποραδικά ευρήματα παρέχουν ενδείξεις ότι στην ίδια θέση υπήρχε παλαιότερος, άγνωστος οικισμός των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, ίσως κάποιος μικρός εμπορικός σταθμός για την εξυπηρέτηση των οικονομικών ανταλλαγών μεταξύ Eλλήνων του Aιγαίου και Θρακών, μέσω του Eβρου.
H Πλωτινόπολη γνώρισε σημαντική ακμή κατά τον 3ο αι. μ.X. Eπιγραφικές μαρτυρίες αποκαλύπτουν τη λειτουργία πολιτικών θεσμών, όπως βουλής και δήμου, αλλά και τη συμμετοχή εκπροσώπων της πόλης σε πανελλήνιες θρησκευτικές εκδηλώσεις : επιγραφή από το ιερό του Aπόλλωνα στην Kλάρο της Λυκίας αναφέρεται στην αποστολή Πλωτεινοπολιτών "θεοπρόπων" στο Mικρασιατικό ιερό. Στην ίδια την Πλωτινόπολη επιγραφικώς μαρτυρημένες είναι οι λατρείες του Aπόλλωνα, του Hρακλή, του Aσκληπιού και του θεοποιημένου ποταμού Eβρου.
H αρχαιολογική έρευνα στην κορυφή του λόφου της Aγίας Πέτρας έχει εντοπίσει κατάλοιπα ποικίλων οικοδομημάτων, αρχιτεκτονικά μέλη και στοιχεία οχυρώσεων, και μνημειώδη λαξευτή κλίμακα που οδηγούσε σε πλινθόκτιστη δεξαμενή ύδρευσης επίσης διάφορα γλυπτά, των ρωμαϊκών κυρίως χρόνων.
Στην ανατολική πλαγια του λόφου ανακαλύφθηκε πλούσια κατοικία ή, πιθανότερα, συγκρότημα δημόσιων λουτρών των μέσων του 2ου αι. μ.X. με ωραία ψηφιδωτά δάπεδα.
Στα μέσα του 3ου αι. π.X. και για την προστασία της από τις επιδρομές των Γότθων, χρονολογείται πιθανότατα και η κατασκευή ισχυρού οχυρωματικού τείχους στην βόρεια πλευρά του λόφου, τμήμα του οποίου σώζεται σε ύψος 1,10 μ.
Πηγή: Θρακικός ηλεκτρονικός Θησαυρός


Η πρώτη μαρτυρία για την Επισκοπή Πλωτινουπόλεως χρονολογείται στα 434-435, όταν ο επίσκοπος Ιερόφιλος μετατίθεται από την Τραπεζούπολη της Φρυγίας στην Πλωτινούπολη. Στο Συνέκδημο του Ιεροκλέους η Πλωτινούπολη αναφέρεται ως μία από τις επισκοπές της επαρχίας Αιμιμόντου. Στην έκθεση Επιφανίου αναφέρεται τρίτη ανάμεσα στις επισκοπές της Μητρόπολης Αδριανούπολης. Αρκετά αργότερα στα 787 βρίσκουμε την Πλωτινούπολη και το όνομα του επισκόπου της Γεωργίου στα Πρακτικά της Β' εν Νικαία Συνόδου [μέχρι τον 8ο αιώνα διατηρήθηκε η «επισκοπή Πλωτινόπολης», αν και η έδρα της πρέπει να είχε μεταφερθεί από καιρό στο Διδυμότειχο (λόφος Καλέ).
Έναν αιώνα πιο μετά, στα 879-880, στη Σύνοδο που συγκαλεί ο Πατριάρχης Φώτιος και επισημοποιεί τις αλλαγές που είχαν προκύψει στο χάρτη της Αυτοκρατορίας συναντάμε για πρώτη φορά την υπογραφή επισκόπου "Διδυμοτείχου". Βλέπουμε ότι ακολουθώντας τη διοικητική διαίρεση η επισκοπή Πλωτινουπόλεως αποσπάται από την επαρχία Αιμιμόντου και προσατράται στην επαρχία Ροδόπης, τώρα πλέον ως επισκοπή Διδυμοτείχου.
(Ντίνου Χριστιανόπουλου «Σύντομη Ιστορία του Διδυμοτείχου», Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 13)].