Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



αναστάτωση, η
α-να-στά-τω-ση ουσιαστικό, θηλυκό



Γενική: της αναστάτωσης - των αναστατώσεων
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Την ημέρα των εξετάσεων οι μαθητές είχαν μεγάλη αναστάτωση.
Σχετικές λέξεις:  αναστατώνω
öğrenciler çok heyecanlıydılar