Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



νεκρός, -ή, -ό
νε-κρός επίθετο



αρσενικό: ο νεκρός
θηλυκό: η νεκρή
ουδέτερο: το νεκρό
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Ευτυχώς κανένας από όσους ήταν στο κτήριο την ώρα του σεισμού δεν είναι νεκρός.
Αντώνυμα:  ζωντανός
ölü
 


 2. Τους τηλεφώνησα, αλλά το τηλέφωνό τους ήταν νεκρό.
telefon çalışmıyordu