Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



βάρος, το
βά-ρος ουσιαστικό, ουδέτερο



Γενική: του βάρους - των βαρών
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Το βάρος της βαλίτσας ξεπερνάει τα είκοσι κιλά.
Σχετικές λέξεις:  βαρύς
ağırlık
 


 2. Όταν σηκώνεις βάρη, πρέπει να προσέχεις τη μέση σου.
halter