Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ψωνίζω
ψω-νί-ζω ρήμα



Αόριστος: ψώνισα
Μετοχή: ψωνισμένος
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Δες: αγοράζω.
Σχετικές λέξεις:  ψώνιο