Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ψώνιο, το
ψώ-νιο ουσιαστικό, ουδέτερο



Γενική: του ψώνιου - των ψώνιων
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Κουβαλάω μαζί με τoν πατέρα μου τις τσάντες με τα ψώνια.
Σχετικές λέξεις:  ψωνίζω
Einkauf
ψώνιο