Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



δυνατότητα, η
δυ-να-τό-τη-τα ουσιαστικό, θηλυκό



Γενική: της δυνατότητας - των δυνατοτήτων
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Δεν έχουμε την οικονομική δυνατότητα να πάρουμε αυτοκίνητο.
Σχετικές λέξεις:  δυνατός
(parasal/ekonomik) güç