Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



δυνατός, -ή, -ό
δυ-να-τός επίθετο



αρσενικό: ο δυνατός
θηλυκό: η δυνατή
ουδέτερο: το δυνατό
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Ο Ηρακλής ήταν πολύ δυνατός.
Παράγωγα:  δυνατά δύναμη δυναμώνω
güçlü, kuvvetli
 


 2. Το δέντρο έπεσε κάτω κάνοντας ένα δυνατό θόρυβο.
büyük (gürültü)
Συνώνυμα:  έντονος
Αντώνυμα:  αδύνατος απαλός
Παράγωγα:  δυνατά δύναμη δυναμώνω
 


 3. Ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι και μετά λιποθύμησε.
kuvvetli (darbe)
Συνώνυμα:  έντονος ισχυρός
Αντώνυμα:  ελαφρός
Παράγωγα:  δυνατά δύναμη δυναμώνω
 


 4. Αυτό που ζητάς δεν είναι δυνατό να γίνει.
mümkün (değil)
Αντώνυμα:  αδύνατος
Παράγωγα:  δυνατότητα