Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



εκτρέφω
εκ-τρέ-φω ρήμα



Αόριστος: εξέθρεψα
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Οι κτηνοτρόφοι της περιοχής εκτρέφουν αγελάδες.
Σχετικές λέξεις:  τρέφω
yetiştirmek
 


 2. Δες: εκτρέφομαι.