Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



τρέφω
τρέ-φω ρήμα



Αόριστος: έθρεψα
Μετοχή: θρεμμένος
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Το γάλα έχει τις απαραίτητες ουσίες, γι' αυτό τρέφει τα παιδιά.
Σχετικές λέξεις:  τροφή τρόφιμο εκτρέφω
beslemek
 


 2. Δες: τρέφομαι.