Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ζωή, η
ζω-ή ουσιαστικό, θηλυκό



Γενική: της ζωής - των ζωών
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Όλοι οι άνθρωποι να έχουν τα ίδια δικαιώματα στη ζωή.
Σχετικές λέξεις:  ζω ζωντανός ζώο ζωηρός
hayat, yaşam
 


 2. Το πρωί το κέντρο της πόλης γεμίζει από ζωή.
hayat