Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ζώο, το
ζώ-ο ουσιαστικό, ουδέτερο



Γενική: του ζώου - των ζώων
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Πήγαμε στο ζωολογικό κήπο να δούμε τα ζώα.
Σχετικές λέξεις:  ζωή ζωντανός ζω ζωοτροφή
hayvan