Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ισχυρός, -ή, -ό
ι-σχυ-ρός επίθετο



αρσενικό: ο ισχυρός
θηλυκό: η ισχυρή
ουδέτερο: το ισχυρό
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Το χειμώνα φυσάνε ισχυροί άνεμοι στην περιοχή.
Συνώνυμα:  δυνατός
Αντώνυμα:  ελαφρός
güçlü (rüzgâr)