Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



λουλούδι, το
λου-λού-δι ουσιαστικό, ουδέτερο



Γενική: του λουλουδιού - των λουλουδιών
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Στην αυλή μας έχουμε πολλές γλάστρες με λουλούδια.
Συνώνυμα:  άνθος
Σχετικές λέξεις:  αγριολούλουδο
çiçek