Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



αγριολούλουδο, το
α-γρι-ο-λού-λου-δο ουσιαστικό, ουδέτερο



Γενική: του αγριολούλουδου - των αγριολούλουδων
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Η παπαρούνα και η μαργαρίτα είναι αγριολούλουδα.
Σχετικές λέξεις:  άγριος λουλούδι
kır çiçeği
αγριολούλουδο