Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ανθίζω
αν-θί-ζω ρήμα



Αόριστος: άνθισα
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Την άνοιξη ανθίζουν τα δέντρα και τα φυτά του κήπου.
Σχετικές λέξεις:  άνθος ανθισμένος
çiçeklenmek, çiçek açmak
 


 2. Η ανθισμένη αμυγδαλιά μάς θύμισε ότι έρχεται η άνοιξη.
çiçeklenen (badem ağaçları)