Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ανθισμένος, -η, -ο
αν-θι-σμέ-νος επίθετο



αρσενικό: ο ανθισμένος
θηλυκό: η ανθισμένη
ουδέτερο: το ανθισμένο
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Μου αρέσει η άνοιξη, γιατί τα δέντρα είναι ανθισμένα.
Σχετικές λέξεις:  ανθίζω άνθος
çiçeklenmiş