Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ανθοπωλείο, το
αν-θο-πω-λεί-ο ουσιαστικό, ουδέτερο



Γενική: του ανθοπωλείου - των ανθοπωλείων
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Αγοράσαμε λουλούδια από το ανθοπωλείο.
Σχετικές λέξεις:  άνθος ανθοπώλης
çiçekçi dükkânı
ανθοπωλείο