Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ανθοπώλης, ο
αν-θο-πώ-λης ουσιαστικό, αρσενικό



Γενική: του ανθοπώλη - των ανθοπωλών
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Ζήτησα μερικά τριαντάφυλλα από τον ανθοπώλη.
Σχετικές λέξεις:  άνθος ανθοπωλείο
çiçekçi erkek
 


 2. Δες το θηλυκό: ανθοπώλισσα.