Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



παχουλός, -ή, -ό
πα-χου-λός επίθετο



αρσενικό: ο παχουλός
θηλυκό: η παχουλή
ουδέτερο: το παχουλό
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Τα περισσότερα μωρά είναι παχουλά.
Συνώνυμα:  στρουμπουλός
Σχετικές λέξεις:  παχύς
tombul, şişmanca