Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



στρουμπουλός, -ή, -ό
στρου-μπου-λός επίθετο



αρσενικό: ο στρουμπουλός
θηλυκό: η στρουμπουλή
ουδέτερο: το στρουμπουλό
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Η σκύλα μας γέννησε έξι στρουμπουλά κουτάβια.
Συνώνυμα:  παχουλός
tombul