Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



απαλά
α-πα-λά επίρρημα



 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Την ακούμπησα απαλά, για να την ξυπνήσω χωρίς να τρομάξει.
Συνώνυμα:  μαλακά
Σχετικές λέξεις:  απαλός
hafifçe