Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



απαλός, -ή, -ό
α-πα-λός επίθετο



αρσενικό: ο απαλός
θηλυκό: η απαλή
ουδέτερο: το απαλό
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Τα μωρά έχουν απαλή επιδερμίδα.
Συνώνυμα:  μαλακός
Σχετικές λέξεις:  απαλά
yumuşak (ten)
 


 2. Δε μ' αρέσουν τα έντονα χρώματα. Προτιμώ τα απαλά.
uçuk (renk)
Αντώνυμα:  έντονος
 


 3. Το βράδυ μού αρέσει να ακούω απαλή μουσική.
hafif (müzik)
Συνώνυμα:  ήρεμος
Αντώνυμα:  δυνατός