Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



στομάχι, το
στο-μά-χι ουσιαστικό, ουδέτερο



Γενική: του στομαχιού - των στομαχιών
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Με πονάει το στομάχι μου, όποτε τρώω βιαστικά.
Σχετικές λέξεις:  βαρυστομαχιά
mide