Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



βαρυστομαχιά, η
βα-ρυ-στο-μα-χιά ουσιαστικό, θηλυκό



Γενική: της βαρυστομαχιάς
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Έφαγα πολύ χθες βράδυ και δεν μπόρεσα να κοιμηθώ από τη βαρυστομαχιά.
Σχετικές λέξεις:  βαρύς στομάχι
hazımsızlık