Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



φασαρία, η
φα-σα-ρί-α ουσιαστικό, θηλυκό



Γενική: της φασαρίας
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Όταν τα παιδιά φωνάζουν όλα μαζί, γίνεται μεγάλη φασαρία.
Συνώνυμα:  σαματάς
Αντώνυμα:  ησυχία
patırtı, şamata