Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ησυχία, η
η-συ-χί-α ουσιαστικό, θηλυκό



Γενική: της ησυχίας
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Κάντε ησυχία ν' ακούσουμε το δάσκαλο!
Αντώνυμα:  φασαρία
Σχετικές λέξεις:  ήσυχος ήσυχα ησυχάζω
Sessiz olun!