Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



αταξία, η
α-τα-ξί-α ουσιαστικό, θηλυκό



Γενική: της αταξίας - των αταξιών
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Τα μικρά σκυλάκια κάνουν όλο αταξίες.
Σχετικές λέξεις:  άτακτος
yaramazlık