Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



άτακτος, -η, -ο
ά-τα-κτος επίθετο



αρσενικό: ο άτακτος
θηλυκό: η άτακτη
ουδέτερο: το άτακτο
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Είναι καλός μαθητής αλλά πολύ άτακτος.
Συνώνυμα:  ζωηρός
Αντώνυμα:  φρόνιμος ήσυχος
Σχετικές λέξεις:  αταξία
yaramaz