RESEARCH CENTER
FOR MODERN GREEK DIALECTS and IDIOMS - I.L.N.E.
Home
Timeline
Modern Greek dialects and idioms
>
What is a dialect
Classification criteria
The Modern Greek dialects
The basic archives of the language material
>
Archive of manuscript collections
Card archive
Archive of Toponyms
Audio archive
The project
>
Samples of scanned manuscripts
Samples of scanned cards
Samples of dialectal audio material
The geographic origin of the language material
Search
Information
Sitemap
DETAILS OF AUDIO DIALECTAL MATERIAL
Listen the audio material
Region:
Prefecture of Evros, province of Samothrace, Samothrace Island
Source:
Manuscript 1293, year 1985
Speaker:
1 and 2: Kariotes village, Angela Tartani, 61 years old
3 and 4: Profitis Elias village, Savas Vouzis, 80 years old, Panagiotis Kokinakias, 71 years old, Vlassis Sarandos
Derecording
Apodosis in common Modern Greek
1
1
- Τσατσά-Κυ’αννιώ !
- Οούου!
- Γι-είπι η μάννα μ’, έλα να ματσαλιάσουμ’ του φιλιμέν’.
- Ναιναίιι!, έρχουμ’, τώρα. Βάντι του νι’όο απάν’ να ζισταθεί.
- Ήρτις, ’ειειτόν’σσα;
- Ήρτα. Φέρ’ του νι’όο, φέρ’ κι αλεύ’ιι, να κάνουμ’ bλένdα, να βάλουμ’ του φιλιμέν’. Κι ταχιά, αυγή-αυγή, ’αά του βγάνιτ’ απού μέσα. Μό’ο dου νού σας να ’χιτι να μή του χα’άσιτι. Θηλειές, σι βέργα, σιβαίν’ ’πά’ ζd’ ’ααβδί, να του πγιάσου, να στιγνώσ’. Κι άμα στιγνώσ’, ’αά με πείτι να ’ρτου, να κάτσουμ’ στου ’ουουδάν’, ζd’ ανέμ’, να του κ’βαργιάσουμ’.
- Θειά-Κυραννιώ!
- Ούου!
- Είπε η μάννα μου, έλα να αλευρώσουμε την κλωστή.
- Ναιναίιι, έρχομαι, τώρα. Βάλτε το νερό πάνω [στη φωτιά] να ζεσταθεί.
- Ήρθες γειτόνισσα;
- Ήρθα. Φέρε το νερό, φέρε κι αλεύρι, να κάνουμε χυλό, να βάλουμε την κλωστή. Και το πρωί, την αυγή, θα την βγάλετε από μέσα. Μόνο το νου σας να έχετε να μην την χαλάσετε. Θηλειές, σε βέργα, το βάζω πάνω στο ραβδί, να το πιάσω, να στεγνώσει. Κι άμα στεγνώσει, θα μου πείτε να έρθω, να κάτσουμε στο ροδάνι, στην ανέμη, να το κουβαριάσουμε.
- ’αά μι δώ’εις dου λάκκου; Αdί, ξυ’όχτινου, μ’τάργια κι του χτέν’, πατήτιις.
- Ναι, ’αά σε τα δώσου, δά ’α στα δώσου; Καλά, σα δε τα δώσου ισένα, ποιόν δα ’αά τα δώσου, τσατσά Κυ’αννιώ;
- Θα μου δώσεις τον αργαλειό; Αντί, ξυλόχτενο, μιτάρια και το χτένι, πατήτρες.
- Ναι, θα σου τα δώσω, δεν θα στα δώσω; Καλά, αν δεν σου τα δώσω εσένα, σε ποιον λοιπόν θα τα δώσω, θεια-Κυραννιώ;
2
2
’ίιξι, ιζ βούλια, μια μικάν’ ψίμ ψουμί, κι κουμάτ’ αθότυ’ο, κι ’άα πάγου στου Σφιdάμ’ να σκιάξω. Ναι, τ’ είπ’ αυτό, να κόψει ψουμί, να βάλει μεζ’ ζdη βούλια, κι μυτζήθρα, αθότυ’ουυυ, κι ’αά πάγου σιαπάν’, στου βουνό, να σκιάξω, στου Σφεdάμ’, να σκιάξ’ τα ζά.
Ρίξε, στη βούλια [στο ταγάρι], ένα μικρό [λίγο] ψωμί και λιγάκι ανθότυρο, και θα πάω στο Σφεντάμι, να φροντίσω. Ναι, του είπε αυτό: να κόψει ψωμί, να βάλει μέσα στη βούλια, και μυζήθρα, ανθότυρο, και να πάω επάνω, στο βουνό, στο Σφεντάμι, να φροντίσω τα ζώα.
3
3
[Το όνομα μιας τοποθεσίας]
Πάμε πιο πάν’, έ’ει μια, παλιά αυτήν’, μια οχιά ’πα σε μια πέτρα, ζdού dοχιdαα το λέμ’, ζd’ όχιdα, είχι καθήσει μια γργιά. Είνι καμάρ’ τ’ς πέτρας απάν’, μάρμαρο έν’, απά ζ’ bέτρα, και μοιάζ’ ακριβώς όπως η όχιdαα. Κι έχ’ μια ιστορία. Περνούσε κάποτε λέει μια γριγιά και ξίπασε και τ’ς λέει: να γίν’ς, λέει, μάρμαρο, μ’ έκανες και ξίπασα. Είν’ η ουχία ’πά ζ’ bέτρα σκέτ’, μάρμαρου.
Πάμε πιο πάνω. Έχει μια, παλιά αυτή, μια οχιά πάνω σε μια πέτρα, στην Όχεντρα το λέμε [τοποθεσία], είχε καθήσει μια γριά. Είναι προεξοχή της πέτρας επάνω, είναι μάρμαρο πάνω στην πέτρα, και μοιάζει ακριβώς όπως η οχιά. Κι έχει μια ιστορία. Περνούσε, λέει, κάποτε μια γριά και φοβήθηκε και της λέει [της οχιάς]: να γίνεις, λέει, μάρμαρο, μ’ έκανες και φοβήθηκα. Είναι η οχιά πάνω στην πέτρα σκέτη, μάρμαρο.
4
4
Γενόdαν άχερο πχια και το μαζεύαμε ύστιρα και το λιχνούσαμε με dον αέρα και με τα φκυάργια. Με το δερμόν’ το δερμονίζαμ’ ύστιρα, είχε πουλλά. Κι το λιχνούσαν με τ’ αγεράκ’ που έφερνε το μεσημέρ’, η αύρα που λέμ’ εμείς, μι dου bάτ’, bάτ’, με τα λιχνιστήρια και φκυάργια, λιχνιστήρι και φκυάρι ειδικά, ξύλ’να, ξύλ’να. Λαμνί του κάναμε, λαμνί, έτσι, μακρύ, (σα λουρίδα), ναι, μα την έζησα εγώ. Έβγαινε τ’ άχερ’ από πάν’, κι ο καρπός έβγαιν’ από κάτ’, κυλούσε απά’ στο λαμνί, κι έφευγε κι από κάτ’. Το λίχνισμα τελείωνι κι ύστιρα είχαμε ένα δερμόν’, με δερμάτινα αυτά, μεγάλο, όταν έγιν’ ο καρπός, και το δερμονίζαμ’, άμα γίνοdαν καρπός, για να καθαρίσ’. Κοιτάχτε να δείτε, όταν κάναν’ το λαμνί, όταν λιχνούσαν, το ψιλό τ’ άχερο το ’παιρνε ο αέρας και πήγαιν’ εκεί. Τα χοdρά πέφταν πιο κοdά, απά’ ζdο gαρπό, κι είχι ένα, καλούπ’ του λέγαμ’, σα σκούπα, και απάν’ απάν’ απ’ του gαρπό, από φλόbο ήτανε, απ’ τό ’να μέρος κι απ’ τ’ άλλο, και μαζί με αυτά το χοdρά έβγαινε και λίγος καρπός. Και μιτά μιταχειρίζ’dαν αυτό που λέει, το δερμόν’ κι έπαιρνε και το υπόλοιπο που ’χε μείνει κάτω απ’ τα χοdρά. Κόσκινο ήταν, μεγάλο, έχω ακόμη εγώ, τό ’χω και κάθ’ται. Δερμάτ’να ήταν από κάτω, ξύλινο ο κύκλος και δερμάτ’νο. Μαστόροι τα κάναν, ειδικοί.
Γινόταν άχυρο πια και το μαζεύαμε ύστερα και το λιχνούσαμε με τον αέρα και με τα φυάρια. Με το δερμόνι το δερμονίζαμε ύστερα, είχε πολλά [στάδια]. Και το λιχνούσαν με το αεράκι που έφερνε το μεσημέρι, η αύρα που λέμε εμείς, με τον μπάτη, με τα λιχνιστήρια και φυάρια, λιχνιστήρι και φυάρι ειδικά, ξύλινα. Λαμνί το κάναμε, λαμνί, έτσι, μακρύ (σα λουρίδα), ναι, μα την έζησα εγώ. Έβγαινε το άχερο από πάνω, κι ο καρπός έβγαινε από κάτω, κυλούσε πάνω στο λαμνί, κι έφευγε κι από κάτω. Το λίχνισμα τελείωνε κι ύστερα είχαμε ένα δερμόνι, με δερμάτινα αυτά, μεγάλο, και το δερμονίζαμε, άμα γινόταν καρπός, για να καθαρίσει. Κοιτάχτε να δείτε, όταν κάνανε το λαμνί, όταν λιχνούσαν, το ψιλό το άχυρο το ’παιρνε ο αέρας και πήγαινε εκεί. Τα χοντρά πέφταν πιο κοντά, απάνω στον καρπό, κι είχε ένα, καλούπ’ το λέγαμε, σα σκούπα, και απάνω απάνω απ’ τον καρπό, από [φυτό] φλόμο ήτανε, [το σκουπίζαμε] απ’ τό ’να μέρος κι απ’ τ’ άλλο, και μαζί με αυτά το χοντρά έβγαινε και λίγος καρπός. Και μετά μεταχειρίζονταν αυτό που λέει, το δερμόνι κι έπαιρνε και το υπόλοιπο που ’χε μείνει κάτω απ’ τα χοντρά. Κόσκινο ήταν, μεγάλο, έχω ακόμη εγώ, τό ’χω και κάθεται. Δερμάτινα ήταν από κάτω, ξύλινος ο κύκλος και δερμάτινο. Μαστόροι τα κάναν, ειδικοί.