RESEARCH CENTER
FOR MODERN GREEK DIALECTS and IDIOMS - I.L.N.E.
Home
Timeline
Modern Greek dialects and idioms
>
What is a dialect
Classification criteria
The Modern Greek dialects
The basic archives of the language material
>
Archive of manuscript collections
Card archive
Archive of Toponyms
Audio archive
The project
>
Samples of scanned manuscripts
Samples of scanned cards
Samples of dialectal audio material
The geographic origin of the language material
Search
Information
Sitemap
DETAILS OF AUDIO DIALECTAL MATERIAL
Listen the audio material
Region:
Prefecture and province of Kastoria, Kypseli village
Source:
Manuscript 1422, year 2003
Speaker:
Maria Tzortzi, 66 years old
Derecording
Apodosis in common Modern Greek
Δυο ανdρόυνα ήμιστε, λιέω ’γω, αλλά και να μη ήμασταν, παιδί μ’, λιέω. ΄Ηταν δώδεκα χιλιάδες γίδια ’δω, λιέω ’γω, και πενdακόσα βόδια κι μ’λάρια, κι μας χουρούσι κι τώρα δυο ανdρόυνα, λιέω ’γω, και δεν μας χωρεί λιέω ’γω, δεν μιλούμι, λιέω ’γω. Δε μιλούσαμε, δε μιλούμι ακόμα. Και ... γιατί; μι λιέν’ εμένα. – Γιατί, λιέω ’γω, και με χτύπ’σε πάνω ’ν bλατέα αυτός ο άλλος ο άνdρας.
Δυο αντρόγυνα ήμαστε, λέω εγώ, αλλά [μακάρι] και να μη ήμασταν, παιδί μου, λέω. ΄Ηταν δώδεκα χιλιάδες γίδια εδώ, λέω εγώ, και πεντακόσια βόδια και μουλάρια, και μας χωρούσε [η περιοχή] και τώρα δυο αντρόγυνα, λέω εγώ, και δεν μας χωράει, δεν μιλάμε, λέω εγώ. Δε μιλούσαμε, δε μιλάμε ακόμα. Και γιατί; μου λένε εμένα. – Γιατί, λέω εγώ, και με χτύπησε πάνω στην πλατεία αυτός ο άλλος ο άντρας.
Έβαλάμε κλαδί κάτ’, ο άνdρας μ’, και πάει ’κεί στον άνdρα μ’ και μ’ το πήρε το κλαδί και έφ’γε. Ο άνdρας μ’ είνι έτσ’... ήσυχους... άνθρωπους. Πααίνω ’γω, ’γω είμι διάβουλους, γω ’μι «’πιταξάμην», ’γω δ’λιέου ... μπουρ μπουρ μπουρ! Κι τσακώθ’κα μι τ’ αυτόν, μάλωσα ’γω, αλλά ’μεις όμως δεν ήρθαμι ’δω στο χωριό να πούμι που μαλωσάμι.
Βάλαμε κλαδιά κάτω, ο άντρας μου [για να φάνε τα ζώα], και πάει [ο άλλος] εκεί στον άντρα μου και μου το πήρε το κλαδί και έφυγε. Ο άντρας μου είναι έτσι ήσυχος άνθρωπος. Πηγαίνω εγώ, εγώ είμαι διάβολος, εγώ είμαι «απεταξάμην» [= διάβολος], εγώ δουλεύω [το] μπουρ μπουρ μπουρ! Και τσακώθηκα με αυτόν, μάλωσα εγώ, αλλά εμείς όμως δεν ήρθαμε εδώ στο χωριό να πούμε ότι μαλώσαμε.
Έρχιτι ’φτός, βγαίνει ’ν bλατέα, να κατ’γοράει το Γιώργο. Έρχιτι ένας χωριανός να πάρει γάλα ’δώ, λιέει: - Ω, Γιώργο!, θα σε ρωτήσου κάτι, τον λέει. Λέει ου Γιώργους: - Άμα ξέρω θα σε πω, Ανdρέα, λέει, άμα δεν ξέρω, τι να σε πω; - Βγήκι ου Κατσακλής, λέει, απού πάνω ’ν bλατέα και σι κατηγορούσι, λέει. Γιατί Γιώργο; λέει. Πάλι ’γω πιτάχτηκα! - E, λέει ου Γιώργους, αν κατηγουρoύσι, ας κατηγουρούσι.
Έρχεται αυτός, βγαίνει στην πλατεία να κατηγοράει το Γιώργο. Έρχεται ένας χωριανός να πάρει γάλα εδώ, λέει: - Ω, Γιώργο!, θα σε ρωτήσω κάτι, του λέει. Λέει ο Γιώργος: - Αν ξέρω θα σου πω, Αντρέα, λέει, αν δεν ξέρω, τι να σου πω; - Βγήκε ο Κατσακλής, λέει [ο Αντρέας], πάνω από την πλατεία και σε κατηγορούσε, λέει. Γιατί Γιώργο; λέει. Εγώ πάλι πετάχτηκα! - E, λέει ο Γιώργος, αν κατηγορoύσε, ας κατηγορούσε.
- Εσύ κάθι μέρα έρχισι αφήν’ς τα γίδια κι έρχισι και δεν είπις μια κουβένdα για τ’ αυτόν, λιέει, αυτός γιατί σε κατηγουράει; τ’ λέει. ΄Υστερ’ εγώ ικεί!, πάλι ’γω! - Α, τα βρήκαμε, ’κει που μας χρουστούσαν, λέω ’γω. Εμ μας πήρι το κλαδί ’κει κάτω, λέω ’γω, εμ θέλει κι από πάνω κατηγόρια. Γιατί λέει για το Γιώργο το δικό μου, είπα ’γω ικεί, το Γιώργο θα κατηγουρήσει αυτός, λέω ’γω; Ο Γιώργος είναι ένας αθώος άνθρωπος, δεν bειράζ’ καέναν, κοιτάει τη δουλειά τ’, λέω ’γω. ΄Οσο ζει, απ’ τα εννιά τα χρόνια τ’, παιδί μου χρυσό, είν’ εβδομήνdα ένα τώρα, στα γίδια κουνdά. Δεν bάει πουθινά αλλού, μόναχα στου στρατό κι αλλού πουθενά.
- Εσύ κάθε μέρα έρχεσαι αφήνεις τα γίδια κι έρχεσαι και δεν είπες μια [κακιά] κουβέντα γι’ αυτόν, λέει, αυτός γιατί σε κατηγορεί; του λέει [ο Αντρέας]. ΄Υστερα εγώ εκεί!, πάλι εγώ [μίλησα]! - Α, τα βρήκαμε, εκεί που μας χρωστούσαν, λέω εγώ. Και μας πήρε το κλαδί εκεί κάτω, λέω εγώ, και θέλει κι από πάνω να κατηγορεί. Γιατί λέει για το Γιώργο το δικό μου, το Γιώργο θα κατηγορήσει αυτός, λέω εγώ; Ο Γιώργος είναι ένας αθώος άνθρωπος, δεν πειράζει κανένα, κοιτάει τη δουλειά του, λέω εγώ. ΄Οσο ζει, απ’ τα εννιά τα χρόνια του, παιδί μου χρυσό, (είναι εβδομήντα ένα τώρα), είναι κοντά στα γίδια. Δεν πάει πουθενά αλλού, μόναχα στο στρατό [πήγε] κι αλλού πουθενά.
Και αυτός μι πιρίμινε πάνω ’ν bλατέα μια φουρά και πήγα ’γω, κατηγορούσε για τουν άνdρα μ’, ικείνους ου άλλους, και μι ’ν gρανιά μι χτύπ’σε κι έπ’σα καταή. Ήμαν φορτουμένη ένα δουχείου τυρί ’γω τ’ς πλάτες, και τουν άκουσα που ’λιγι για τον άdρα μ’ κι ήταν κι άλλοι χουριανοί ’κει. Κι οι άλλοι οι χωριανοί μόλις, σου λέει, τ’ άκουσ’ η Μαρία! Κι ιγώ εκεί τουν είπα:
Κι αυτός [ο άλλος] με περίμενε πάνω στην πλατεία μια φορά και πήγα εγώ, κατηγορούσε τον άντρα μου, εκείνος ο άλλος, και με χτύπησε με ξύλο από κρανιά, κι έπεσα καταγής. Ήμουν φορτωμένη ένα δοχείο τυρί εγώ στην πλάτη, και τον άκουσα που έλεγε για τον άντρα μου κι ήταν κι άλλοι χωριανοί εκεί. Κι οι άλλοι οι χωριανοί μόλις.., σου λέει, τα άκουσε η Μαρία! Κι εγώ εκεί του είπα:
- Άκου ιδώ, το Γιώργο το δ’κό μου δεν μbορείς να τον φτάξ’ς ’σύ, λέω. Έβανι μια σκάλα και βγήκ’ ’κεία ζ’ κορφή ο Γιώργος! Ισύ είσ’ ’κόμα κάτ’! Τα παιδιά, τέσσερα παιδιά ανύπανdρα! Τάχασε dιπ! Ιγώ πάνdριψα και τέσσερα κουρίτσα και τέσσερις αδερφές είχε ου Γιώργους, ουχτώ, κι έχου κι δέκα ανgόνια, λιέω, πού ’ναι η προκοπή η θ’κή σ’; τ’ λέω ’γω. Αλλά εσύ, λέω ’γώ, μάζευες τα γελάδια ασ’ τον bατέρα σ’ και γελαδάρ’ς θα πεθάν’ς. Ου Γιώργους ήταν νοικοκύρ’ς, λέω γω, στουμ bατέρα τ’ και νοικοκύρ’ς θα πεθάν’, λέω γω.
- Άκου εδώ, το Γιώργο το δικό μου δεν μπορείς να τον φτάσεις εσύ, [του] λέω. Έβαλε μια σκάλα και βγήκε εκεί πάνω στην κορφή ο Γιώργος! Εσύ είσαι ακόμα κάτω! Τα παιδιά, τέσσερα παιδιά ανύπαντρα [έχεις]! Τάχασε ολότελα [ο άλλος]! Εγώ πάντρεψα και τέσσερα κορίτσια και τέσσερις αδερφές είχε ο Γιώργος, οχτώ, κι έχω και δέκα εγγόνια. Πού είναι η προκοπή η δική σου; του λέω εγώ. Αλλά εσύ μάζευες τα γελάδια στον πατέρα σου και γελαδάρης θα πεθάνεις. Ο Γιώργος [και] στον πατέρα του ήταν νοικοκύρης, και νοικοκύρης θα πεθάνει, λέω εγώ.
Αλλά μι χτύπ’σε μι gρανιά όμως, έπεσα καταή, ήρθ’ αυτός ο καφετζής τον άρπαξε και τον πέταξ’ όξου! Τουν μάζουξ΄ ου άθρουπους, αμάν τι έκανες, σκότουσις τη γυναίκα, λέει! Όχ’, ήρθαν οι άνdροι όλ’ κει, ήταν όξου στουν gαφέ, λιέει, κάτι την αστυνουμία να..., στ’ αυτόφουρου, λιέει, όλοι να βγούμε μαρτύροι, λέει, τέλους πάνdουν δεν θέλησ’ αυτός τέτοιο πράμα να κάνει...
Αλλά με χτύπησε με κρανιά όμως, έπεσα κάτω, ήρθε αυτός ο καφετζής, τον άρπαξε και τον πέταξε έξω! Τον μάζεψε ο άνθρωπος, αμάν τι έκανες, σκότωσες τη γυναίκα, [του] λέει! Όχ’, ήρθαν οι άντρες όλοι εκεί, ήταν έξω απ’ το καφενείο, [κάποιος] λέει κάτι, την αστυνομία να ..., στο αυτόφωρο, λέει, όλοι να πάμε μάρτυρες, λέει, τέλος πάντων δεν θέλησε αυτός τέτοιο πράμα να κάνει...
Πιδάκι μου χρυσό, είχα τα πιδιά μ’ κι έμεινα ιγώ κι ο άνdρας μ’ ιδώ, κι εβδουμήνdα γίδια! Λιέει ο άνdρας μ’: - Άκου εδώ γυναίκα, λιέει, να τ’ αφήσουμε και να φίβγουμε, μι λέει. - Αχ άνdρα μ’, λέω ’γω, ισύ άλλ’ δουλειά δεν gάν’ς, λέω γω, για να πας, τώρα είσι στ’ αυτά σ’, λέω γω, και να πας σε ξένα γίδια να βουσκήσις δεν ανdέχεις ’συ, τ’ λέω ’γω, σι ξέρω τι χαρακτήρα έχ’ς, τ’ λέω ’γω, δεν θα φας ψουμί, τ’ λέω ’γω. Θα κάτσουμι ’δω, μι τα εβδομήνdα τα γίδια, του λέω ’γω.
Παιδάκι μου χρυσό, είχα τα παιδιά μου και [τώρα] έμεινα εγώ κι ο άντρας μου εδώ, κι εβδομήντα γίδια! Λέει ο άντρας μου: - Άκου εδώ γυναίκα, λέει, να τ’ αφήσουμε και να φέβγουμε, μου λέει. - Αχ άντρα μου, λέω εγώ, εσύ άλλη δουλειά δεν κάνεις, [του] λέω εγώ, για να πας, τώρα είσαι στα αυτά [στα δικά] σου, λέω εγώ, και να πας βοσκός σε ξένα γίδια δεν αντέχεις εσύ, του λέω εγώ, σε ξέρω τι χαρακτήρα έχεις, του λέω εγώ, δεν θα φας ψωμί [δεν θα ζήσεις], του λέω εγώ. Θα κάτσουμε εδώ, με τα εβδομήντα τα γίδια, του λέω εγώ.
- Ιγώ είμι μαθ’μένος, μι λιέει, αλλά ισύ, μ’ λέει, δεν είσι, γυναίκα... δε θα να ’χεις παρέα, δε θα να ’χεις, τι θα κάμ’ς τ’ μέρα, τι θα φκειάσεις, τι θα φας... - Κουdά σι σένα θα ’ρχουμι, στα γίδια, τ’ λέω γω!
- Εγώ είμαι μαθημένος, μου λέει, αλλά εσύ, μου λέει, δεν είσαι, γυναίκα, δεν θα έχεις παρέα, δε θα έχεις..., τι θα κάνεις τη μέρα, [με] τι να ασχοληθείς, τι θα φας... - Κοντά σε σένα θα έρχομαι, στα γίδια, του λέω εγώ!