RESEARCH CENTER
FOR MODERN GREEK DIALECTS and IDIOMS - I.L.N.E.
Ελληνικά   English   Francais


DETAILS OF AUDIO DIALECTAL MATERIAL

Listen the audio material

Region:Prefecture of Magnesia, province of Almyros, Sourpi village
Source:Manuscript 1439, year 2004
Speaker:Eugenia Peristera, 78 years old

DerecordingApodosis in common Modern Greek
Πήγαμι με του bατέρα μ' να κάνουμε χωράφ' και το χωράφ' αυτό είχι βάτα. Για να μη σ'κώσου γω τη σκιρπανιά, ήταν πιο βαριά, για να χτ'πάου τα βάτα για να τα βγάλου, πάει ου πατέρα ζουμ κι θάμνιβι, εμένα μ' έβαλε να κάνω χωράφ'. Εδέ ου πατέρα ζουμ είχι άλουγα διαμάdια (= πολύ καλά), να του πούμι, δ’λαδή όdα λέου διαμάdια, όdα τα ξέζιβι τ' άλουγα, τ' απουλούσι (= τα άφηνε ελεύθερα) έτσ', για να πάνι να κυλ'στούν. Δεν bάινι να τα πάρ’… φώναζι: - Dιρβίσ', έλα δω! Κίτσου, έλα δω! Αλλά δε dα γιλούσι, μόλ'ς θα έρχουdαν τ' άλουγα, θα τά 'δουνι ή μια κουμουσά ψουμί, ή θα είχι του σακκούλ', απού 'χι τη βρόμ'. Αυτά έρχουdαν, τά 'δινε όμους μια χαψά να πάρουν, αυτά τουν νοιάζουdαν κι δε bάινι ποτέ η πατέρα ζουμ να τα πάρ', ’φόσον τα φώναζι κι έρχουdαν. Πήγαμε με τον πατέρα μου να οργώσουμε και το χωράφι αυτό είχε βάτα. Για να μη σηκώσω εγώ το σκεπάρνι, ήταν πιο βαρύ, για να χτυπάω τα βάτα για να τα βγάλω, πάει ο πατέρας μου και θάμνευε (= έκοβε τους θάμνους), εμένα μ’ έβαλε να οργώσω. Μάλιστα ο πατέρας μου είχε άλογα διαμάντια, να το πούμε, δηλαδή όταν λέω διαμάντια, όταν τα ξέζευε τ' άλογα, τ' απολούσε (= τα άφηνε ελεύθερα) έτσι, για να πάνε να κυλιστούν. Δεν πήγαινε να τα πάρει, φώναζε: - Δερβίση [όνομα αλόγου], έλα εδώ! Κίτσο, έλα εδώ! Αλλά δεν τα ξεγελούσε, μόλις θα έρχονταν τ' άλογα, θα τους έδινε ή ένα κομμάτι ψωμί, ή θα είχε το σακκούλι, όπου είχε τη βρόμη. Αυτά έρχονταν, τους έδινε όμως μια χαψιά (μπουκιά) να φάνε. Αυτά τον καταλάβαιναν και δεν πήγαινε ποτέ ο πατέρας μου να τα πάρει, εφόσον τα φώναζε κι έρχονταν.
Πήγαμι να κάνουμι χουράφ', πηαίνου γω, πήρα τ' αλέτρ', όπους πάιναν τ' άλουγα bρουστά. (Εμείς τότι δεν είχαμαν ούτι παdιλόνια, μια ρόbα μακριά είχαμι λ’γάκ’. Κι κάλτσις είχαμι χουdρές, τσερέπια, με τ’ς βιλόνις, αυτό, ε, αυτά φουρούσαμι. Κι διν είχαμι κι παπούτσα, έραβαμι δ’πλά απουκάτ’, ’bάλωναμι απουκάτ’ άλλα ό,τ’, αυτό, δ’πλά αυτά, για να μη bατάμι πουλύ κι καρφουνώμαστι απ’ τ’ αgάθια.) Λοιπόν, όπους έκανα, χουράφ’ με τ’ αλέτρ’, πήινι κι αυτό, σ’κώνου απουκάτ’ απ’ τ’ αλέτρι σηκώνου μια bιb’κουφουλιά. Είνι κάτ’ bιbίκια, είνι πουλύ..., κόκκινα αυτά, μιγάλα, μι τσίb’σαν πολλά. ’Γώ πώς ήμαν; Φουνάζου μια φουρά: - Πατέρα!. Ου πατέρα ζουμ μι αd’λήφτ’κε. Με λέει: - Απόλα τα τ’ άλουγα, κράτ’σι τη μία τη συgιριά, δ’λαδή συgιριά ήταν του ένα του καπίστρ’, γιατί τσ’bήθ’καν κι τ’ άλουγα, για να κρατήσου τ’ άλουγα. Φεύγου γώ αποκεί κι έρχιτι κι πατέρα ζουμ, πιτάει τ’ αλέτρι, ξικουτσιάζ’ τ’ αλέτρι κι φεύγουν τα πράματα, να φύγουν σαπέρα, τα ξέζιψι ου πατέραζ μ’ για να κυλ’στούν, τα πράματα. Αμέσους σαμαρώνουμι, φουρτώνουμι τα πράματα κι φεύγουμι.Πήγαμε να οργώσουμε, πηγαίνω εγώ, πήρα το αλέτρι, όπως πήγαιναν τ' άλογα μπροστά. (Εμείς τότε δεν είχαμε ούτε παντελόνια, μια ρόμπα είχαμε λίγο μακριά. Και κάλτσες είχαμε χοντρές, τσερέπια, [πλεγμένα] με βιλόνες, ε, αυτά φορούσαμε. Και δεν είχαμε και παπούτσια, ράβαμε διπλά αποκάτω, μπαλώναμε αποκάτω άλλα, ό,τι [είχαμε], διπλά αυτά, για να μην πατάμε πολύ και καρφωνόμαστε απ’ τ’ αγκάθια.) Λοιπόν, όπως όργωνα με τ’ αλέτρι, πήγαινε κι αυτό, σηκώνω αποκάτω απ’ τ’ αλέτρι μια μπιμπικοφωλιά. Είναι κάτι μπιμπίκια [σφήκες], είνα πολύ..., κόκκινα αυτά, μεγάλα, με τσίμπησαν πολλά. Εγώ πώς ήμουν; Φωνάζω μια φορά: - Πατέρα!. Ο πατέρας μου με αντιλήφτηκε. Μου λέει: - Απόλυσέ τα τ’ άλογα, κράτησε τη μία τη συγκαιριά, δηλαδή συγκαιριά ήταν το ένα το χαλινάρι, γιατί τσιμπήθηκαν και τ’ άλογα, για να τα κρατήσω. Φεύγω εγώ αποκεί κι έρχεται κι ο πατέρας μου, πετάει τ’ αλέτρι, ξεσυνδέει τ’ αλέτρι και φεύγουν τα ζώα, να πάνε πέρα, τα ξέζεψε ο πατέρας μου για να κυλιστούν τα ζώα [να ανακουφιστούν]. Αμέσως βάζουμε τα σαμάρια, φορτώνουμε τα ζώα και φεύγουμε.
Ιγώ πόναγα; Σι λέου, ήμαν τρεις μέρις ήμαν μια bάλα, και διν ήβλιπα, ούτι μάτια, ούτι ... ! Ξέρ'ς τι μ' έκαναν; Ξυδόλασπη, κόκκινου χώμα ζ'μουμένου με ξύδ' κι μ' έβαιναν σ' ένα σιdόν'. Κι τότις σιdόνια διν είχαμι (είχαμι και καεί κιόλα, γιατί κάηκι το χωριό μας), κι είχαμε κουριλές. Μ’ έβαιναν τη λάσπ' αυτή όλ', μι τύλ'γαν με μια μιγάλ’, με μια ρόbα τ'ς μάννα ζουμ, ήταν φαρδιά αυτή, ε, μι τύλ’γαν μ’ αυτή. Κάθε, μόλ'ς στέγνουνι η λάσπ', μι τ’ dραυούσανι, δε μ' έπλ'ναν, παρά μ’ τ’ dραυούσαν έτσ', μι ξούσαν, κι άλλ' λάσπ'. Ιγώ [πόσο] πόναγα; Σου λέω, ήμουν τρεις μέρες μια μπάλα [= πολύ πρησμένη], και δεν έβλεπα, ούτε μάτια, ούτε... ! Ξέρεις τι μου έκαναν; Ξυδόλασπη, κόκκινο χώμα ζυμωμένο με ξύδι και μ' έβαζαν σ' ένα σεντόνι. Και τότε σεντόνια δεν είχαμε (είχαμε και καεί κιόλας, γιατί κάηκε το χωριό μας), κι είχαμε κουρελούδες. Μ’ έβαζαν όλη στη λάσπη αυτή, με τύλιγαν με μια μεγάλη ρόμπα της μάννας μου, ήταν φαρδιά, ε, με τύλιγαν μ’ αυτή. Μόλις στέγνωνε η λάσπη, μου την τραυούσαν, δε μ' έπλεναν, παρά μου την τραυούσαν έτσι, μ’ έξυναν, κι [έβαζαν] άλλη λάσπη.
Σαραdαουχτώ ώρις να είμι...! Πόνηγα; Ή που ύστιρα που αρχίν'σα να ξιπρήζουμι να έχου φαγούρα, να μι τρώει το κορμί μ'! Κι ξέρ'ς τι, πώς ηύρισκ’ ανακούφιζ, δ’λαδή; Τότι ήταν με το τραγόμαλλο, έφτειανα υφαdά, ύφινα στουν αργαλειό με τραγόμαλλο κι πάινα καταή έστρουνα ένα κιλίμ' καταή. (Αλλού τα λέν’ χράμια. Κιλίμια, δ’λαδή του χράμ’ έχ’ άλλου σχέδιου, είνι άλλου υφαdό. Του χραμ’ του λέν δωπέρα που έχουν οι Σουρπιώτες έχουν του χράμ' άπου κάνουν μι τιτραγουνάκια έτσ'. Εμείς ... ήταν υφαdό κιλίμια τά ’λεγαμι, ήταν τραγουμαλλήσιο, ήταν από τα γίδια του μαλλί. Κι πάινα κι ξαπλώνου καταή, γύρ'ζα… πώς γυρίζ' το άλουγου, κι πάινα έτσ' για νά 'χου ανακούφ'σ'. Δεν ήβλιπα, τίπουτα, dιπ, πουλύ! Σαρανταοχτώ ώρες να είμαι...! [Πόσο] πόναγα; Ή που, αφού άρχισα να ξεπρήζομαι, να έχω φαγούρα, να με τρώει το κορμί μου! Και ξέρεις τι, πώς εύρισκα ανακούφιση, δηλαδή; Τότε ήταν το τραγόμαλλο, έφτειαχνα υφαντά, ύφαινα στον αργαλειό με τραγόμαλλο και πήγαινα κατάχαμα, έστρωνα ένα κιλίμι κάτω. (Αλλού τα λένε χράμια. Κιλίμια, δηλαδή το χράμι έχει άλλο σχέδιο, είναι άλλο υφαντό. Το χράμι που λένε εδώ οι κάτοικοι της Σούρπης, αυτοί έχουν το χράμι που κάνουν με τετραγωνάκια, έτσι. Το δικό μας ήταν υφαντό, κιλίμια τά λέγαμε, ήταν τραγομαλλήσιο, ήταν από τα γίδια το μαλλί). Και πήγαινα και ξάπλωνα κάτω, γύριζα όπως γυρίζει το άλογο, και σύνεχιζα έτσι για νά 'χω ανακούφιση. Δεν έβλεπα, τίποτα, εντελώς, πολύ [υπέφερα].
Αλλά σ' είπα, ήτανι πουλύ μιρακλής η πατέρα ζουμ. Όχι να πινέψου του bατέρα μ', αλλά ήταν ένας νοικουκύρ'ς καλός, δ’λαδή που ήταν αγαπητός πουλύ και είχι σειρά. Δεν είχι πουλλά χουράφια, αυτά που τα λίγα ήταν όμους, τα δούλευι κι είχι κουμάdου. Και σε λέω, ό,τ' να ήθιλι να φτειάξ', τό 'κανι μι ιπουχιακά. Όχι σήμιρα ήθιλι να ζ'μώσ' η μάννα μ', α θα να πάου να πάρου πουρνάρ'. Ήφερνε τα πουρνάρια, τά 'κανι αgαλιές να το πούμι, μη bω διμάτια, τά 'δινι μ' ένα σύρμα κι τα τουπουθιτούσι έτσ'. Κι όπουτι ήθιλι να ρίξ' η μάννα μ' του ψουμί στο φούρνου, τουν έκιγι το φούρνου κι τα έπιρνι τα πουρνάρια έτ'μα. Είχι σ’ρά καλή!Αλλά σου είπα, ήταν πολύ μερακλής ο πατέρας μου. Όχι να παινέψω τον πατέρα μου, αλλά ήταν ένας νοικοκύρης καλός, δηλαδή που ήταν αγαπητός πολύ και είχε σειρά [= τάξη, πρόγραμμα]. Δεν είχε πολλά χωράφια, αυτά τα λίγα που υπήρχαν όμως τα δούλευε κι είχε κουμάντο. Και σου λέω, ό,τι ήθελε να φτειάξει, τό 'κανε εποχιακά [= στην ώρα του]. Όχι σήμερα ήθελε να ζυμώσει η μάννα μου, α θα πάω να πάρω πουρνάρι. Έφερνε τα πουρνάρια, τά 'κανε αγκαλιές, να το πούμε, μην πω δεμάτια, τά 'δενε μ' ένα σύρμα και τα τοποθετούσε έτσι. Κι όποτε ήθελε να ρίξει η μάννα μου το ψωμί στο φούρνο, τον έκαιγε το φούρνο και τα έπαιρνε τα πουρνάρια έτοιμα. Είχε σειρά καλή!