Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



πρώτος, -η, -ο
πρώ-τος επίθετο



αρσενικό: ο πρώτος
θηλυκό: η πρώτη
ουδέτερο: το πρώτο
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Τρέξαμε αγώνα δρόμου κι ήρθα πρώτη.
Αντώνυμα:  τελευταίος
Σχετικές λέξεις:  πρωταπριλιά πρωτοχρονιά πρωτομαγιά πρωτεύουσα
first