Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



πουλάω, -ώ
που-λά-ω ρήμα



Αόριστος: πούλησα
Μετοχή: πουλημένος
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Ο μανάβης πουλάει λαχανικά και φρούτα.
Αντώνυμα:  αγοράζω ψωνίζω
Σχετικές λέξεις:  πωλητής
verkaufen
 


 2. Δες: πουλιέμαι.