Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



αγοράζω
α-γο-ρά-ζω ρήμα



Αόριστος: αγόρασα
Μετοχή: αγορασμένος
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Κάθε Σεπτέμβριο αγοράζουμε τα σχολικά μας είδη.
Συνώνυμα:  ψωνίζω
Αντώνυμα:  πουλάω
Σχετικές λέξεις:  αγορά αγοραστής
kaufen
αγοράζω


 2. Δες: αγοράζομαι.