Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



αγοραστής, ο
α-γο-ρα-στής ουσιαστικό, αρσενικό



Γενική: του αγοραστή - των αγοραστών
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Ο καινούργιος αγοραστής θέλει να κάνει αλλαγές στο σπίτι.
Αντώνυμα:  πωλητής
Σχετικές λέξεις:  αγορά αγοράζω
Käufer
 


 2. Δες το θηλυκό: αγοράστρια.