Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



χρυσαφένιος, -ια, -ιο
χρυ-σα-φέ-νιος επίθετο



αρσενικό: ο χρυσαφένιος
θηλυκό: η χρυσαφένια
ουδέτερο: το χρυσαφένιο
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Μου χάρισαν ένα χρυσαφένιο αγαλματάκι.
Σχετικές λέξεις:  χρυσάφι χρυσός χρυσοχόος
goldfarben