Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



δύναμη, η
δύ-να-μη ουσιαστικό, θηλυκό



Γενική: της δύναμης - των δυνάμεων
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Έχει μεγάλη δύναμη στα χέρια.
Σχετικές λέξεις:  δυναμώνω δυνατός δυνατά
kuvvet, güç
 


 2. Έβαλε όλες του τις δυνάμεις για να λύσει τις ασκήσεις.
kuvvet, güç
 


 3. Η Αθήνα ήταν μεγάλη δύναμη στην αρχαιότητα.
güç