Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



δυναμώνω
δυ-να-μώ-νω ρήμα



Αόριστος: δυνάμωσα
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Όσο φυσούσε ο αέρας, τόσο δυνάμωνε η φωτιά.
Σχετικές λέξεις:  δύναμη δυνατός δυνατά
(yangın) büyüyor
 


 2. Τώρα που είσαι άρρωστη, πρέπει να τρως καλά για να δυναμώσεις.
kuvvet kazanmak, güçlenmek
 


 3. Δυνάμωσε τον ήχο για να ακούμε καλύτερα.
yükseltmek