Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ζωγραφιά, η
ζω-γρα-φιά ουσιαστικό, θηλυκό



Γενική: της ζωγραφιάς - των ζωγραφιών
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Ο τοίχος της τάξης μας είναι γεμάτος με ζωγραφιές των παιδιών.
Σχετικές λέξεις:  ζωγραφίζω ζωγράφος ζωγραφική ζωγραφικός
resim
ζωγραφιά