Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ζωγραφική, η
ζω-γρα-φι-κή ουσιαστικό, θηλυκό



Γενική: της ζωγραφικής
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Θέλω πολύ να ασχοληθώ με τη ζωγραφική.
Σχετικές λέξεις:  ζωγραφίζω ζωγράφος ζωγραφιά ζωγραφικός
resim sanatı, ressamlık