Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ζωγραφίζω
ζω-γρα-φί-ζω ρήμα



Αόριστος: ζωγράφισα
Μετοχή: ζωγραφισμένος
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Ζωγράφισα την οικογένειά μου με διάφορα χρώματα.
Σχετικές λέξεις:  ζωγράφος ζωγραφική ζωγραφιά ζωγραφικός
resim yapmak
ζωγραφίζω


 2. Ο ζωγράφος Θεόφιλος ζωγράφισε πολλές πόρτες σπιτιών.
resimlemek
 


 3. Δες: ζωγραφίζομαι.