Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ημέρωμα, το
η-μέ-ρω-μα ουσιαστικό, ουδέτερο



Γενική: του ημερώματος
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 



 Το ημέρωμα ενός άγριου ζώου είναι πολύ δύσκολη υπόθεση.
Σχετικές λέξεις:  ήμερος ημερώνω
ehlileştirilme