Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ήμερος, -η, -ο
ή-με-ρος επίθετο



αρσενικό: ο ήμερος
θηλυκό: η ήμερη
ουδέτερο: το ήμερο
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Τα ελάφια στο πάρκο είναι πολύ ήμερα.
Αντώνυμα:  άγριος
Σχετικές λέξεις:  ημερώνω ημέρωμα
uysal
 


 2. Οι ήμερες φράουλες είναι σχεδόν πάντα μεγαλύτερες από τις άγριες.
serada yetiştirilen
Αντώνυμα:  άγριος