Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ημερώνω
η-με-ρώ-νω ρήμα



Αόριστος: ημέρωσα
Μετοχή: ημερωμένος
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Χρειάστηκαν τρεις εβδομάδες για να ημερώσουν αυτό το άλογο.
Σχετικές λέξεις:  ήμερος ημέρωμα
ehlileştirmek
 


 2. Δες: ημερώνομαι.