Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ηρεμώ
η-ρε-μώ ρήμα



Αόριστος: ηρέμησα
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Η απαλή μουσική με ηρεμεί μετά από μια δύσκολη μέρα.
Συνώνυμα:  ησυχάζω
Αντώνυμα:  αναστατώνω
Σχετικές λέξεις:  ηρεμία ήρεμος ήρεμα
sakinleştirmek
 


 2. Στην αρχή η θάλασσα είχε κύματα, αλλά μετά ηρέμησε.
durulmak, sakinleşmek
Συνώνυμα:  ησυχάζω
Αντώνυμα:  αγριεύω