Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



ησυχάζω
η-συ-χά-ζω ρήμα



Αόριστος: ησύχασα
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Τη νύχτα που όλοι κοιμούνται η γειτονιά μας ησυχάζει.
Συνώνυμα:  ηρεμώ
Αντώνυμα:  αναστατώνομαι
Σχετικές λέξεις:  ήσυχος ήσυχα ησυχία
sakinleşmek, sessizleşmek
 


 2. Πήρα αγκαλιά το μωρό που έκλαιγε, για να το ησυχάσω.
sakinleştirmek, susturmak
Συνώνυμα:  ηρεμώ
Αντώνυμα:  αναστατώνω