Τα Λεξικά του ΙΕΛ
        

 Ελληνο-    
αγγλικό     

 
Ελληνο-
αραβικό

 
Ελληνο-
γερμανικό 

 
Ελληνο-
ρωσικό  

 

Ελληνο-  
τουρκικό   

 



αγριεύω
α-γρι-εύ-ω ρήμα



Αόριστος: αγρίεψα
Μετοχή: αγριεμένος
 

 Λέξη προς μετάφραση:

 

 Δείτε επίσης τις λέξεις:

 

 1. Μην πλησιάζετε τα ζώα στα κλουβιά, γιατί αγριεύουν.
Σχετικές λέξεις:  άγριος
kızmak, hırçınlaşmak
αγριεύω


 2. Η δυνατή καταιγίδα αγρίεψε όλα τα ζώα.
ürkütmek
 


 3. Ξαφνικά άρχισε να φυσάει και ο καιρός αγρίεψε.
hava bozdu
Αντώνυμα:  ηρεμώ ησυχάζω μαλακώνω
 


 4. Δες: αγριεύομαι.